Το μεγαλύτερο μέρος των ραδιενεργών σωματιδίων εξαφανίζεται κατά τα πρώτα χρόνια μετά από μια πυρηνική έκρηξη, όμως ένα όχι αμελητέο ποσοστό τους παραμένει στο ανώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας για δεκαετίες ή και για εκατοντάδες -ή ακόμα και χιλιάδες-χρόνια.
Πάντως, σύμφωνα με τον Αλβαράδο, η ποσότητα αυτή δεν είναι τόσο υψηλή, που να αποτελεί πραγματικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.
Στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, στις δεκαετίες του '50 και του '60, έγιναν πολλές πυρηνικές δοκιμές και από τα δύο «στρατόπεδα», καθώς αναπτύσσονταν συνεχώς νέα πυρηνικά όπλα. Μετά από μισό αιώνα και παραπάνω, αυτή η πυρηνική «κληρονομιά» συνεχίζει να βαραίνει πάνω στη Γη και στην ανθρωπότητα.
Στο χαμηλότερο τμήμα της ατμόσφαιρας, στην τροπόσφαιρα, τα ραδιενεργά ισότοπα απομακρύνονται σχετικά γρήγορα, καθώς «ξεπλένονται» από τις βροχές και το χιόνι και, παράλληλα, σιγά-σιγά έλκονται από τη βαρύτητα και πέφτουν στην επιφάνεια του πλανήτη.
Όμως στη στρατόσφαιρα, που βρίσκεται σε ύψος περίπου δέκα έως 50 χιλιομέτρων πάνω από τη Γη, ορισμένα ραδιενεργά κατάλοιπα παγιδεύονται για πολύ περισσότερο καιρό, σύμφωνα με την ελβετική μελέτη.
Οι νέες μετρήσεις δείχνουν ότι τα ραδιενεργά σωματίδια στη στρατόσφαιρα είναι 1.000 έως 1.500 φορές περισσότερα από ό,τι στην τροπόσφαιρα. Αν και οι νέες εκτιμήσεις βασίστηκαν σε μετρήσεις που έγιναν στην ατμόσφαιρα της Ελβετίας, οι ερευνητές θεωρούν ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.
Ακόμα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι αυτά τα ραδιενεργά κατάλοιπα μετακινούνται πιο κοντά στην επιφάνεια της Γης εξαιτίας φυσικών γεγονότων όπως οι μεγάλες ηφαιστειακές εκρήξεις. Όταν, για παράδειγμα, εξερράγη το ισλανδικό ηφαίστειο Εϊγιαφιαλαγιοκούλ το 2010, τα επίπεδα πλουτωνίου στην κατώτερη ατμόσφαιρα αυξήθηκαν.
Αν και παραμένουν ακόμα ασαφείς οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτών των επίμονων ραδιενεργών συγκεντρώσεων στη στρατόσφαιρα, ο Αλβαράδο εκτίμησε ότι «δεν συνιστούν κίνδυνο για τον πληθυσμό».
Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ, Παύλος Δρακόπουλος